άγαρμπος
•
- άκομψος, κακοφτιαγμένος Βικιλεξικό
- άγαρμπο σώμα
- άχαρος, αδέξιος, άτσαλος Βικιλεξικό
- 20ός/21ος αιώνας ⌘ Αύγουστος Κορτώ, 1979‑ Το σεξ και πώς να το αποφύγετε, εκδόσεις: Πατάκη, 2024
- ανάρμοστος, άξεστος Βικιλεξικό
- έχει άγαρμπη συμπεριφορά
Ετυμολογία
άγαρμπος < ά- + γάρμπ(ος) (κομψότητα) + -ος < ιταλική garbo
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | άγαρμπος | άγαρμπη | άγαρμπο |
| Γενική | άγαρμπου | άγαρμπης | άγαρμπου |
| Αιτιατική | άγαρμπο | άγαρμπη | άγαρμπο |
| Κλητική | άγαρμπε | άγαρμπη | άγαρμπο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | άγαρμποι | άγαρμπες | άγαρμπα |
| Γενική | άγαρμπων | άγαρμπων | άγαρμπων |
| Αιτιατική | άγαρμπους | άγαρμπες | άγαρμπα |
| Κλητική | άγαρμποι | άγαρμπες | άγαρμπα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →