άγκλισμα
•
- άντληση, λήψη υγρού Βικιλεξικό
- άδειασμα υγρού από χώρο φύλαξης ή συγκέντρωσης (από πηγάδι, από βαρέλι) Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηκαθαρισμός, καθαριότητα (σπιτιού ή οποιουδήποτε χώρου) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
άγκλισμα < μεσαιωνική ελληνική ἄντλημα.→ λείπει η ετυμολογία - ρήμα αγκλώ και αγκλίζω : Επίσης: ρήμα αγκλίνω (ανακλίνω)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | άγκλισμα | αγκλίσματα |
| Γενική | αγκλίσματος | αγκλισμάτων |
| Αιτιατική | άγκλισμα | αγκλίσματα |
| Κλητική | άγκλισμα | αγκλίσματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →