Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

άγκλισμα

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. άντληση, λήψη υγρού Βικιλεξικό
  2. άδειασμα υγρού από χώρο φύλαξης ή συγκέντρωσης (από πηγάδι, από βαρέλι) Βικιλεξικό
  3. κατ’ επέκτασηκαθαρισμός, καθαριότητα (σπιτιού ή οποιουδήποτε χώρου) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

άγκλισμα < μεσαιωνική ελληνική ἄντλημα.→ λείπει η ετυμολογία - ρήμα αγκλώ και αγκλίζω : Επίσης: ρήμα αγκλίνω (ανακλίνω)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήάγκλισμααγκλίσματα
Γενικήαγκλίσματοςαγκλισμάτων
Αιτιατικήάγκλισμααγκλίσματα
Κλητικήάγκλισμααγκλίσματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →