άγνωμα
•
- χωρίς γνώμη Βικιλεξικό
- μεταφορικάχωρίς σύνεση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
άγνωμα < άγνωμος
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.
άγνωμα < άγνωμος
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →