άγομαι
•
- λόγιοπαθητική φωνή του ρήματος άγω: οδηγούμαι, στην έκφραση Βικιλεξικό
- άγομαι και φέρομαι: δεν έχω δική μου βούληση, με κατευθύνουν οι άλλοι
Ετυμολογία
άγομαι < αρχαία ελληνική ἄγομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →