Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

άδειπνος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. χωρίς να δειπνήσει (κανείς) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

άδειπνος < αρχαία ελληνική ἄδειπνος < α- + δεῖπνον

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήάδειπνοςάδειπνηάδειπνο
Γενικήάδειπνουάδειπνηςάδειπνου
Αιτιατικήάδειπνοάδειπνηάδειπνο
Κλητικήάδειπνεάδειπνηάδειπνο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήάδειπνοιάδειπνεςάδειπνα
Γενικήάδειπνωνάδειπνωνάδειπνων
Αιτιατικήάδειπνουςάδειπνεςάδειπνα
Κλητικήάδειπνοιάδειπνεςάδειπνα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →