Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

άδεντρος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. χωρίς δέντρα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

άδεντρος < (ελληνιστική κοινή) ἄδενδρος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήάδεντροςάδεντρηάδεντρο
Γενικήάδεντρουάδεντρηςάδεντρου
Αιτιατικήάδεντροάδεντρηάδεντρο
Κλητικήάδεντρεάδεντρηάδεντρο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήάδεντροιάδεντρεςάδεντρα
Γενικήάδεντρωνάδεντρωνάδεντρων
Αιτιατικήάδεντρουςάδεντρεςάδεντρα
Κλητικήάδεντροιάδεντρεςάδεντρα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →