άδολος
•
- που δεν κρύβει δόλο ή προσωπικό συμφέρον, αθώος, αγνός και ειλικρινής Βικιλεξικό
- αγνός, ανόθευτος, καθαρός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
άδολος < αρχαία ελληνική ἄδολος < ἀ- στερητικό + δόλος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | άδολος | άδολη | άδολο |
| Γενική | άδολου | άδολης | άδολου |
| Αιτιατική | άδολο | άδολη | άδολο |
| Κλητική | άδολε | άδολη | άδολο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | άδολοι | άδολες | άδολα |
| Γενική | άδολων | άδολων | άδολων |
| Αιτιατική | άδολους | άδολες | άδολα |
| Κλητική | άδολοι | άδολες | άδολα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →