Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

άεθνος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. o άπατρις, αυτός που ιδεολογικά δεν αυτοκατατάσσεται σε εθνότητα, αυτός που δεν αποδέχεται τα έθνη Βικιλεξικό
  2. νομάδας που ανήκει στην φυλή του, μα όχι σε κάποιο ευρύτερο έθνος Βικιλεξικό
  3. μετανάστης ή μέλος φυλής που δεν έχει καταγραφεί ληξιαρχικά ή διώκεται Βικιλεξικό
  4. ορφανό παιδί που κατοικεί σε ρατσιστική χώρα κι έχει διαφορετικό χρώμα δέρματος ή μορφή απ' την πλειοψηφία Βικιλεξικό
  5. μιγάς που δεν επιθυμεί ούτε να θεωρείται πολυφυλετικός, ούτε να επιλέξει μια απ' τις φυλές - η διαφορά με τον άμεσα φιλοσοφικό άπατρι είναι ότι επιδρά έντονα η ψυχολογία, περισσότερο απ' την αναλυτική σκέψη (παρατηρείται σε ποσοστό πολυφυλετικών των ΗΠΑhttp://www.thecrimson.com/article/2011/10/13/scrutiny-raceless-students/) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

άεθνος < αρχαία ελληνική ἄεθνος < α- + αρχαία ελληνική ἔθνος (νέα ελληνική γλώσσα: έθνος)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήάεθνοςάεθνηάεθνο
Γενικήάεθνουάεθνηςάεθνου
Αιτιατικήάεθνοάεθνηάεθνο
Κλητικήάεθνεάεθνηάεθνο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήάεθνοιάεθνεςάεθνα
Γενικήάεθνωνάεθνωνάεθνων
Αιτιατικήάεθνουςάεθνεςάεθνα
Κλητικήάεθνοιάεθνεςάεθνα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →