άεθνος
•
- o άπατρις, αυτός που ιδεολογικά δεν αυτοκατατάσσεται σε εθνότητα, αυτός που δεν αποδέχεται τα έθνη Βικιλεξικό
- νομάδας που ανήκει στην φυλή του, μα όχι σε κάποιο ευρύτερο έθνος Βικιλεξικό
- μετανάστης ή μέλος φυλής που δεν έχει καταγραφεί ληξιαρχικά ή διώκεται Βικιλεξικό
- ορφανό παιδί που κατοικεί σε ρατσιστική χώρα κι έχει διαφορετικό χρώμα δέρματος ή μορφή απ' την πλειοψηφία Βικιλεξικό
- μιγάς που δεν επιθυμεί ούτε να θεωρείται πολυφυλετικός, ούτε να επιλέξει μια απ' τις φυλές - η διαφορά με τον άμεσα φιλοσοφικό άπατρι είναι ότι επιδρά έντονα η ψυχολογία, περισσότερο απ' την αναλυτική σκέψη (παρατηρείται σε ποσοστό πολυφυλετικών των ΗΠΑhttp://www.thecrimson.com/article/2011/10/13/scrutiny-raceless-students/) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
άεθνος < αρχαία ελληνική ἄεθνος < α- + αρχαία ελληνική ἔθνος (νέα ελληνική γλώσσα: έθνος)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | άεθνος | άεθνη | άεθνο |
| Γενική | άεθνου | άεθνης | άεθνου |
| Αιτιατική | άεθνο | άεθνη | άεθνο |
| Κλητική | άεθνε | άεθνη | άεθνο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | άεθνοι | άεθνες | άεθνα |
| Γενική | άεθνων | άεθνων | άεθνων |
| Αιτιατική | άεθνους | άεθνες | άεθνα |
| Κλητική | άεθνοι | άεθνες | άεθνα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →