Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

άεργος

/ˈa.eɾ.ɣos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που παραμένει (συχνά από επιλογή) χωρίς εργασία, χωρίς να απασχολείται με κάτι Βικιλεξικό
  2. ο χασομέρης Βικιλεξικό
  3. φυσικήαυτός που δεν παράγει έργο Βικιλεξικό
    • άεργος συνιστώσα, άεργο ρεύμα, άεργος ισχύς, άεργος συντελεστής

Ετυμολογία

άεργος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἄεργος < αρχαία ελληνική ἀεργός < ἄ- στερητικό + ἔργ(ον) + -ος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήάεργοςάεργηάεργο
Γενικήάεργουάεργηςάεργου
Αιτιατικήάεργοάεργηάεργο
Κλητικήάεργεάεργηάεργο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήάεργοιάεργεςάεργα
Γενικήάεργωνάεργωνάεργων
Αιτιατικήάεργουςάεργεςάεργα
Κλητικήάεργοιάεργεςάεργα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →