άζευκτος
•
- που δεν έχει σχηματίσει ζεύγος, που δεν έχει ζευχθεί Βικιλεξικό
- Όθεν βαλόντες το λείψανον επάνω εις ένα αμάξι, είτα δέσαντες το αμάξι εις δύω βόδια άζευκτα, αφήκαν αυτά να υπάγουν, όπου θελήσει ο Άγιος. (Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´)
- φυσικήπου δεν έχει σχηματίσει ζεύγος, που δεν έχει ζευχθεί Βικιλεξικό
- το μοριακό οξυγόνο διαθέτει δυο άζευκτα ηλεκτρόνια (με παράλληλα σπίν)
- για ποτάμιαπου δεν έχει σχηματίσει ζεύγος, που δεν έχει ζευχθεί Βικιλεξικό
Ετυμολογία
άζευκτος < α- στερητικό + ζευγνύω/ζεύγνυμι + κατάληξη ρηματικών επιθέτων -τος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | άζευκτος | άζευκτη | άζευκτο |
| Γενική | άζευκτου | άζευκτης | άζευκτου |
| Αιτιατική | άζευκτο | άζευκτη | άζευκτο |
| Κλητική | άζευκτε | άζευκτη | άζευκτο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | άζευκτοι | άζευκτες | άζευκτα |
| Γενική | άζευκτων | άζευκτων | άζευκτων |
| Αιτιατική | άζευκτους | άζευκτες | άζευκτα |
| Κλητική | άζευκτοι | άζευκτες | άζευκτα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →