Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

άζευκτος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν έχει σχηματίσει ζεύγος, που δεν έχει ζευχθεί Βικιλεξικό
    • Όθεν βαλόντες το λείψανον επάνω εις ένα αμάξι, είτα δέσαντες το αμάξι εις δύω βόδια άζευκτα, αφήκαν αυτά να υπάγουν, όπου θελήσει ο Άγιος. (Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´)
  2. φυσικήπου δεν έχει σχηματίσει ζεύγος, που δεν έχει ζευχθεί Βικιλεξικό
    • το μοριακό οξυγόνο διαθέτει δυο άζευκτα ηλεκτρόνια (με παράλληλα σπίν)
  3. για ποτάμιαπου δεν έχει σχηματίσει ζεύγος, που δεν έχει ζευχθεί Βικιλεξικό

Ετυμολογία

άζευκτος < α- στερητικό + ζευγνύω/ζεύγνυμι + κατάληξη ρηματικών επιθέτων -τος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήάζευκτοςάζευκτηάζευκτο
Γενικήάζευκτουάζευκτηςάζευκτου
Αιτιατικήάζευκτοάζευκτηάζευκτο
Κλητικήάζευκτεάζευκτηάζευκτο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήάζευκτοιάζευκτεςάζευκτα
Γενικήάζευκτωνάζευκτωνάζευκτων
Αιτιατικήάζευκτουςάζευκτεςάζευκτα
Κλητικήάζευκτοιάζευκτεςάζευκτα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →