άθος
•
- ιδιωματικότο άνθος, το λουλούδι Βικιλεξικό
- ιδιωματικόη στάχτη, η τέφρα Βικιλεξικό
- ιδιωματικόκαταστροφή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
άθος < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἄθος, τύπος του ἄνθος
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →