Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

άθος

/ˈa.θos/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. ιδιωματικότο άνθος, το λουλούδι Βικιλεξικό
  2. ιδιωματικόη στάχτη, η τέφρα Βικιλεξικό
  3. ιδιωματικόκαταστροφή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

άθος < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἄθος, τύπος του ἄνθος

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

άθος

/ˈa.θos/επιφώνημα
•
  1. Μεγίστηστο κρυφτό, λέξη που φωνάζει αυτός που τα φυλάει, για να πάνε τα άλλα παιδιά να κρυφτούν Βικιλεξικό

Ετυμολογία

άθος < → λείπει η ετυμολογία

Άλλοι τύποι

άθος!

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →