άκαμπτος
•
- που δεν λυγίζει εύκολα Βικιλεξικό
- μεταφορικάπου δεν υποχωρεί εύκολα από ψυχικές πιέσεις Βικιλεξικό
- μεταφορικάπου είναι δύσκολο ή αδύνατον να προσαρμοστεί Βικιλεξικό
- Η Επιτροπή δεν μπορεί επίσης να δεχθεί την τροπολογία 6 διότι καθιστά άκαµπτη και γραφειοκρατικοποιεί τη διάδραση μεταξύ του Οργανισμού και των εθνικών αρχών ασφαλείας και έρευνας (Γνωμοδότηση της (Ευρωπαϊκής) Επιτροπής για τη δεύτερη δέσμη μέτρων για τις σιδηροδρομικές μεταφορές, Bρυξέλλες, 26/11/2003 https://eur-lex.europa.eu/LexUriServ/LexUriServ.do?uri=COM:2003:0719:FIN:EL:PDF)
Ετυμολογία
άκαμπτος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἄκαμπτος :* για τις μεταφορικές έννοιες < (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική inflexible
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | άκαμπτος | άκαμπτη | άκαμπτο |
| Γενική | άκαμπτου | άκαμπτης | άκαμπτου |
| Αιτιατική | άκαμπτο | άκαμπτη | άκαμπτο |
| Κλητική | άκαμπτε | άκαμπτη | άκαμπτο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | άκαμπτοι | άκαμπτες | άκαμπτα |
| Γενική | άκαμπτων | άκαμπτων | άκαμπτων |
| Αιτιατική | άκαμπτους | άκαμπτες | άκαμπτα |
| Κλητική | άκαμπτοι | άκαμπτες | άκαμπτα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →