Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

άκαμπτος

/ˈa.kam.ptos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν λυγίζει εύκολα Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάπου δεν υποχωρεί εύκολα από ψυχικές πιέσεις Βικιλεξικό
  3. μεταφορικάπου είναι δύσκολο ή αδύνατον να προσαρμοστεί Βικιλεξικό
    • Η Επιτροπή δεν μπορεί επίσης να δεχθεί την τροπολογία 6 διότι καθιστά άκαµπτη και γραφειοκρατικοποιεί τη διάδραση μεταξύ του Οργανισμού και των εθνικών αρχών ασφαλείας και έρευνας (Γνωμοδότηση της (Ευρωπαϊκής) Επιτροπής για τη δεύτερη δέσμη μέτρων για τις σιδηροδρομικές μεταφορές, Bρυξέλλες, 26/11/2003 https://eur-lex.europa.eu/LexUriServ/LexUriServ.do?uri=COM:2003:0719:FIN:EL:PDF)

Ετυμολογία

άκαμπτος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἄκαμπτος :* για τις μεταφορικές έννοιες < (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική inflexible

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήάκαμπτοςάκαμπτηάκαμπτο
Γενικήάκαμπτουάκαμπτηςάκαμπτου
Αιτιατικήάκαμπτοάκαμπτηάκαμπτο
Κλητικήάκαμπτεάκαμπτηάκαμπτο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήάκαμπτοιάκαμπτεςάκαμπτα
Γενικήάκαμπτωνάκαμπτωνάκαμπτων
Αιτιατικήάκαμπτουςάκαμπτεςάκαμπτα
Κλητικήάκαμπτοιάκαμπτεςάκαμπτα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →