άκαρι
•
- λόγιομικροσκοπικό ζωύφιο, μέλος της υφομοταξίας των ακάρεων, της ομοταξίας των Αραχνιδίων, του φύλου τών Αρθρόποδων, που ζει παρασιτικά σε ζώα και φυτά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
άκαρι < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀκαρί / ἄκαρι < σημασιολογικό δάνειο από τη νεολατινική acarus
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →