Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

άκαρπος

/ˈa.kaɾ.pos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. κυριολεκτικάπου δεν παράγει καρπούς Βικιλεξικό
    • Έχουμε μια μηλιά στην αυλή αλλά είναι άκαρπη.
  2. κατ’ επέκτασηπου αδυνατεί να τεκνοποιήσει Βικιλεξικό
    • άκαρπο ζευγάρι
  3. μεταφορικάπου δεν φέρνει τα επιθυμητά αποτελέσματα Βικιλεξικό
    • Οι διαπραγματεύσεις απέβησαν άκαρπες.
    • Οι προσπάθειές τους παρέμειναν άκαρπες.

Ετυμολογία

άκαρπος < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ἄκαρπος < αρχαία ελληνική ἄκαρπος, και σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική infructueux.

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήάκαρποςάκαρπηάκαρπο
Γενικήάκαρπουάκαρπηςάκαρπου
Αιτιατικήάκαρποάκαρπηάκαρπο
Κλητικήάκαρπεάκαρπηάκαρπο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήάκαρποιάκαρπεςάκαρπα
Γενικήάκαρπωνάκαρπωνάκαρπων
Αιτιατικήάκαρπουςάκαρπεςάκαρπα
Κλητικήάκαρποιάκαρπεςάκαρπα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →