Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

άκαυλος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. βοτανικήχωρίς μίσχο / στέλεχος Βικιλεξικό
    • Καρλινία η άκαυλος (θάμνος)
  2. μειωτικόκυριολεκτικά ο άνθρωπος που δεν έχει σεξουαλική επιθυμία και κατ'επέκταση / μεταφορικά: ο ανίκανος, ο ανούσιος Βικιλεξικό
    • Όχι άλλη μια χρονιά με μετριότητες, ντεμί πράγματα, περιττά παρακάλια και άκαυλες συνουσίες έτσι απλά για να μην πλήττετε (24 tips για να γίνει το 2024 η πιο σέξι χρονιά της ζωής σας 29.12.2023, andro.gr https://www.andro.gr/zoi/empeiria/sex-editor-24-tropoi-gia-na-einai-sexy-to-2024/)

Ετυμολογία

άκαυλος < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήάκαυλοςάκαυληάκαυλο
Γενικήάκαυλουάκαυληςάκαυλου
Αιτιατικήάκαυλοάκαυληάκαυλο
Κλητικήάκαυλεάκαυληάκαυλο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήάκαυλοιάκαυλεςάκαυλα
Γενικήάκαυλωνάκαυλωνάκαυλων
Αιτιατικήάκαυλουςάκαυλεςάκαυλα
Κλητικήάκαυλοιάκαυλεςάκαυλα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →