Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

άκαυστος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν μπορεί να καεί Βικιλεξικό

Ετυμολογία

άκαυστος < αρχαία ελληνική ἄκαυστος. Μορφολογικά αναλύεται σε α- + καυστός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήάκαυστοςάκαυστηάκαυστο
Γενικήάκαυστουάκαυστηςάκαυστου
Αιτιατικήάκαυστοάκαυστηάκαυστο
Κλητικήάκαυστεάκαυστηάκαυστο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήάκαυστοιάκαυστεςάκαυστα
Γενικήάκαυστωνάκαυστωνάκαυστων
Αιτιατικήάκαυστουςάκαυστεςάκαυστα
Κλητικήάκαυστοιάκαυστεςάκαυστα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →