Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

άκεντρος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. το έντομο που δεν έχει κεντρί Βικιλεξικό
  2. αυτός που δεν διαθέτει κέντρο, επίκεντρο, ο σκόρπιος, ο χαώδης Βικιλεξικό
  3. άκεντρος: παράγοντας σε μαθηματικές εξισώσεις Βικιλεξικό

Ετυμολογία

άκεντρος < α στερητικό και κεντρί αλλά και κέντρο για τη δεύτερη ερμηνεία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήάκεντροςάκεντρηάκεντρο
Γενικήάκεντρουάκεντρηςάκεντρου
Αιτιατικήάκεντροάκεντρηάκεντρο
Κλητικήάκεντρεάκεντρηάκεντρο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήάκεντροιάκεντρεςάκεντρα
Γενικήάκεντρωνάκεντρωνάκεντρων
Αιτιατικήάκεντρουςάκεντρεςάκεντρα
Κλητικήάκεντροιάκεντρεςάκεντρα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →