άκλωστος
•
- που δεν έχει κλωστεί Βικιλεξικό
Ετυμολογία
άκλωστος < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | άκλωστος | άκλωστη | άκλωστο |
| Γενική | άκλωστου | άκλωστης | άκλωστου |
| Αιτιατική | άκλωστο | άκλωστη | άκλωστο |
| Κλητική | άκλωστε | άκλωστη | άκλωστο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | άκλωστοι | άκλωστες | άκλωστα |
| Γενική | άκλωστων | άκλωστων | άκλωστων |
| Αιτιατική | άκλωστους | άκλωστες | άκλωστα |
| Κλητική | άκλωστοι | άκλωστες | άκλωστα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →