Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

άκομψος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ακαλλώπιστος, ακαλαίσθητος στην εμφάνιση, κακοντυμένος Βικιλεξικό
    • ξαφνικά μου ήρθε μια έμπνευση, μια «φλασιά» - μου αρέσει αυτή η άκομψη λέξη. Ίσως γιατί μεταφέρει τη φρεσκάδα, την αμεσότητα και την αυθεντικότητα των νέων, που αμφισβητούν τις καθωσπρέπει εκφράσεις και συμπεριφορές που επικροτούν οι μεγάλοι. (Χάρις Κατάκη, Το ημερολόγιο ενός θεραπευτή, εκδ. Πατάκης, 2014)
  2. άγαρμπος, απότομος, χωρίς λεπτότητα, χοντροκομμένος στους τρόπους, στις εκφράσεις Βικιλεξικό
    • Αυτό ήταν άκομψο! Μπορούσες να του κάνεις την υπόδειξη πιο ευγενικά

Ετυμολογία

άκομψος < αρχαία ελληνική ἄκομψος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήάκομψοςάκομψηάκομψο
Γενικήάκομψουάκομψηςάκομψου
Αιτιατικήάκομψοάκομψηάκομψο
Κλητικήάκομψεάκομψηάκομψο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήάκομψοιάκομψεςάκομψα
Γενικήάκομψωνάκομψωνάκομψων
Αιτιατικήάκομψουςάκομψεςάκομψα
Κλητικήάκομψοιάκομψεςάκομψα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →