Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

άκοπος

/ˈa.ko.pos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν έχει κοπεί Βικιλεξικό
  2. που γίνεται χωρίς κόπο, χωρίς κούραση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

άκοπος < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ἄκοπος. Συγχρονικά αναλύεται σε ά- στερητικό + κόβω, κοπ- + -ος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήάκοποςάκοπηάκοπο
Γενικήάκοπουάκοπηςάκοπου
Αιτιατικήάκοποάκοπηάκοπο
Κλητικήάκοπεάκοπηάκοπο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήάκοποιάκοπεςάκοπα
Γενικήάκοπωνάκοπωνάκοπων
Αιτιατικήάκοπουςάκοπεςάκοπα
Κλητικήάκοποιάκοπεςάκοπα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →