Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

άκοσμος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν έχει τάξη ή δεν είναι σε τάξη Βικιλεξικό
  2. που δεν είναι κόσμιος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

άκοσμος < αρχαία ελληνική ἄκοσμος < ἀ- + κόσμος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήάκοσμοςάκοσμηάκοσμο
Γενικήάκοσμουάκοσμηςάκοσμου
Αιτιατικήάκοσμοάκοσμηάκοσμο
Κλητικήάκοσμεάκοσμηάκοσμο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήάκοσμοιάκοσμεςάκοσμα
Γενικήάκοσμωνάκοσμωνάκοσμων
Αιτιατικήάκοσμουςάκοσμεςάκοσμα
Κλητικήάκοσμοιάκοσμεςάκοσμα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →