Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

άκουρος

/ˈa.ku.ɾos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. λόγιοακούρευτος Βικιλεξικό
    • Λυπήσου το κουρεμένο γίδι. Τ'άκουρο ζούλεψ' το. (Αγέλαστη Άνοιξη, Μενέλαου Λουντέμη)
  2. λόγιουποψήφιος μοναχός που δεν έλαβε το εκκλησιαστικό σχήμα από την διαδικασία της κουράς Βικιλεξικό

Ετυμολογία

άκουρος < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ἄκουρος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήάκουροςάκουρηάκουρο
Γενικήάκουρουάκουρηςάκουρου
Αιτιατικήάκουροάκουρηάκουρο
Κλητικήάκουρεάκουρηάκουρο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήάκουροιάκουρεςάκουρα
Γενικήάκουρωνάκουρωνάκουρων
Αιτιατικήάκουρουςάκουρεςάκουρα
Κλητικήάκουροιάκουρεςάκουρα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →