άκουρος
•
- λόγιοακούρευτος Βικιλεξικό
- Λυπήσου το κουρεμένο γίδι. Τ'άκουρο ζούλεψ' το. (Αγέλαστη Άνοιξη, Μενέλαου Λουντέμη)
- λόγιουποψήφιος μοναχός που δεν έλαβε το εκκλησιαστικό σχήμα από την διαδικασία της κουράς Βικιλεξικό
Ετυμολογία
άκουρος < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ἄκουρος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | άκουρος | άκουρη | άκουρο |
| Γενική | άκουρου | άκουρης | άκουρου |
| Αιτιατική | άκουρο | άκουρη | άκουρο |
| Κλητική | άκουρε | άκουρη | άκουρο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | άκουροι | άκουρες | άκουρα |
| Γενική | άκουρων | άκουρων | άκουρων |
| Αιτιατική | άκουρους | άκουρες | άκουρα |
| Κλητική | άκουροι | άκουρες | άκουρα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →