άκρατος
•
- ο ασυγκράτητος, ο ανόθευτος, ο καθαρός, ο ατόφιος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
άκρατος < α- στερητικό + κεράννυμι (: ανακατεύω)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | άκρατος | άκρατη | άκρατο |
| Γενική | άκρατου | άκρατης | άκρατου |
| Αιτιατική | άκρατο | άκρατη | άκρατο |
| Κλητική | άκρατε | άκρατη | άκρατο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | άκρατοι | άκρατες | άκρατα |
| Γενική | άκρατων | άκρατων | άκρατων |
| Αιτιατική | άκρατους | άκρατες | άκρατα |
| Κλητική | άκρατοι | άκρατες | άκρατα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →