άκρος
•
- λόγιοπου βρίσκεται στην άκρη, στο τελευταίο τοπικά τμήμα ενός συνόλου Βικιλεξικό
- χειρουργική άκρας χειρός
- που έχει μια ιδιότητα στον ανώτερο βαθμό, απόλυτος· χρησιμοποιείται σε λόγιες εκφράσεις Βικιλεξικό
- χαίρει άκρας υγείας
- χαίρει άκρας εμπιστοσύνης
- τηρείται άκρα μυστικότητα
- άκρα του τάφου σιωπή στον κάμπο βασιλεύει (Διονύσιος Σολωμός, Οι Ελεύθεροι Πολιορκημένοι, σχεδίασμα Β')
- που έχει ακραίες αντιλήψεις, που εντάσσεται στα άκρα του πολιτικού φάσματος Βικιλεξικό
- άκρα δεξιά, άκρα αριστερά
Ετυμολογία
άκρος < αρχαία ελληνική ἄκρος < ρίζα *ακ- (όπως και η ακμή, η αιχμή κ.λπ.)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | άκρος | άκρα | άκρο |
| Γενική | άκρου | άκρας | άκρου |
| Αιτιατική | άκρο | άκρα | άκρο |
| Κλητική | άκρε | άκρα | άκρο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | άκροι | άκρες | άκρα |
| Γενική | άκρων | άκρων | άκρων |
| Αιτιατική | άκρους | άκρες | άκρα |
| Κλητική | άκροι | άκρες | άκρα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →