Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

άκυκλος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν σχηματίζει κύκλο Βικιλεξικό
  2. χημείαγια οργανικές ενώσεις που το μόριό τους περιέχει ανοιχτή αλυσίδα ατόμων άνθρακα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

άκυκλος < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική acyclic < αρχαία ελληνική ἀ- στερητικό + κύκλος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήάκυκλοςάκυκληάκυκλο
Γενικήάκυκλουάκυκληςάκυκλου
Αιτιατικήάκυκλοάκυκληάκυκλο
Κλητικήάκυκλεάκυκληάκυκλο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήάκυκλοιάκυκλεςάκυκλα
Γενικήάκυκλωνάκυκλωνάκυκλων
Αιτιατικήάκυκλουςάκυκλεςάκυκλα
Κλητικήάκυκλοιάκυκλεςάκυκλα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →