άκυκλος
•
- που δεν σχηματίζει κύκλο Βικιλεξικό
- χημείαγια οργανικές ενώσεις που το μόριό τους περιέχει ανοιχτή αλυσίδα ατόμων άνθρακα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
άκυκλος < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική acyclic < αρχαία ελληνική ἀ- στερητικό + κύκλος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | άκυκλος | άκυκλη | άκυκλο |
| Γενική | άκυκλου | άκυκλης | άκυκλου |
| Αιτιατική | άκυκλο | άκυκλη | άκυκλο |
| Κλητική | άκυκλε | άκυκλη | άκυκλο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | άκυκλοι | άκυκλες | άκυκλα |
| Γενική | άκυκλων | άκυκλων | άκυκλων |
| Αιτιατική | άκυκλους | άκυκλες | άκυκλα |
| Κλητική | άκυκλοι | άκυκλες | άκυκλα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →