άκων
•
- λόγιοπου κάνει κάτι χωρίς τη θέλησή του, ακούσια, άθελά του Βικιλεξικό
Ετυμολογία
άκων < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἄκων, συνηρημένη μορφή του επιθέτου ἀέκων < ἀ- στερητικό + ἑκών
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | άκων | άκουσα | άκον |
| Γενική | άκοντος | άκουσας / ακούσης | άκοντος |
| Αιτιατική | άκοντα | άκουσα | άκον |
| Κλητική | άκων | άκουσα | άκον |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | άκοντες | άκουσες | άκοντα |
| Γενική | ακόντων | ακουσών | ακόντων |
| Αιτιατική | άκοντες | άκουσες | άκοντα |
| Κλητική | άκοντες | άκουσες | άκοντα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →