Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

άκων

επίθετο, αρσενικό
•
  1. λόγιοπου κάνει κάτι χωρίς τη θέλησή του, ακούσια, άθελά του Βικιλεξικό

Ετυμολογία

άκων < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἄκων, συνηρημένη μορφή του επιθέτου ἀέκων < ἀ- στερητικό + ἑκών

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήάκωνάκουσαάκον
Γενικήάκοντοςάκουσας / ακούσηςάκοντος
Αιτιατικήάκονταάκουσαάκον
Κλητικήάκωνάκουσαάκον

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήάκοντεςάκουσεςάκοντα
Γενικήακόντωνακουσώνακόντων
Αιτιατικήάκοντεςάκουσεςάκοντα
Κλητικήάκοντεςάκουσεςάκοντα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →