Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

άλβατρο

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. παρωχημένοάλμπατρος Βικιλεξικό
    • Αεροκρέμαστο άλβατρο τον είδα γης κι άβυσσος ανάμεσα να στέκει. (Κωστής Παλαμάς)

Ετυμολογία

άλβατρο → δείτε τη λέξη άλμπατρος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήάλβατροάλβατρα
Γενικήάλβατρουάλβατρων
Αιτιατικήάλβατροάλβατρα
Κλητικήάλβατροάλβατρα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →