Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

άλειμμα

/ˈa.li.ma/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού αλείφω Βικιλεξικό
  2. λαϊκότροπολίπος Βικιλεξικό
  3. ψωμί που έχει αλειφτεί για να γίνει πιο γευστικό σαν ορεκτικό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

άλειμμα < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ἄλειμμα < ἀλείφ(ω) + -μα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήάλειμμααλείμματα
Γενικήαλείμματοςαλειμμάτων
Αιτιατικήάλειμμααλείμματα
Κλητικήάλειμμααλείμματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →