άλεση
•
- διαδικασία σύνθλιψης των σπόρων διάφορων δημητριακών για την παρασκευή αλευριού ή πίτουρων. Παλιότερα γινόταν στο αλώνι και στη σύγχρονη εποχή σε μύλο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
άλεση < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | άλεση | αλέσεις |
| Γενική | άλεσης | αλέσεων |
| Αιτιατική | άλεση | αλέσεις |
| Κλητική | άλεση | αλέσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →