άλλο
•
- περισσότερο Βικιλεξικό
- ακόμη Βικιλεξικό
- επιπλέον Βικιλεξικό
- πια Βικιλεξικό
- Δεν αντέχω άλλο.
Ετυμολογία
άλλο < ουδέτερο του άλλος
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.
άλλο < ουδέτερο του άλλος
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →