Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

άλλοτε

επίρρημα
•
  1. κάποτε, παλιότερα, σε άλλη εποχή Βικιλεξικό
  2. κάποιες φορές (πχ. άλλοτε ... άλλοτε ...) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

άλλοτε < → λείπει η ετυμολογία

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →