Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

άλνος

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. βοτανικήφυλλοβόλο δέντρο ή θάμνος της οικογένειας των Σημυδοειδών, που φύεται κυρίως σε υγρά εδάφη και ξεχωρίζει για τον ρόλο του στον εμπλουτισμό του εδάφους με άζωτο μέσω συμβίωσης με μικροοργανισμούς Βικιλεξικό

Ετυμολογία

άλνος < λατινική alnus < πρωτοϊταλική *alznos < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *h₂élsnos < *h₂élis

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήάλνοςάλνοι
Γενικήάλνουάλνων
Αιτιατικήάλνοάλνους
Κλητικήάλνε / άλνοάλνοι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →