άλογος
•
- που δεν έχει λογική Βικιλεξικό
- που δε διαθέτει λόγο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
άλογος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἄλογος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | άλογος | άλογη | άλογο |
| Γενική | άλογου | άλογης | άλογου |
| Αιτιατική | άλογο | άλογη | άλογο |
| Κλητική | άλογε | άλογη | άλογο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | άλογοι | άλογες | άλογα |
| Γενική | άλογων | άλογων | άλογων |
| Αιτιατική | άλογους | άλογες | άλογα |
| Κλητική | άλογοι | άλογες | άλογα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →