Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

άλουστος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν έχει λουστεί Βικιλεξικό

Ετυμολογία

άλουστος < μεσαιωνική ελληνική άλουστος < αρχαία ελληνική λούω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήάλουστοςάλουστηάλουστο
Γενικήάλουστουάλουστηςάλουστου
Αιτιατικήάλουστοάλουστηάλουστο
Κλητικήάλουστεάλουστηάλουστο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήάλουστοιάλουστεςάλουστα
Γενικήάλουστωνάλουστωνάλουστων
Αιτιατικήάλουστουςάλουστεςάλουστα
Κλητικήάλουστοιάλουστεςάλουστα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →