Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

άμαζος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σπάνιοπου δεν είναι μαζικός Βικιλεξικό
    • Βλέπετε, τυχαίνει η πρωτομαγιάτικη συμπόρευση του ... και των ... είχε σημείο εκκίνησης την άμαζη και άνευρη -κατά γενική ομολογία όλων - συγκέντρωση στο Πεδίον του Αρεως. (εφημ. Ριζοσπάστης, 8 Μάη 2001, https://www.rizospastis.gr/storyAmp.do?id=777530)
    • Για τα δεδομένα της Αθήνας η προσέλευση ήταν επιεικώς μέτρια, «άμαζη» στο ιδίωμα της αριστεράς. (protagon.gr, 16 Ιουνίου 2016, https://www.protagon.gr/apopseis/editorial/wdinen-oros-kai-eteken-myn-2-44341164349)
  2. φυσικήχωρίς μάζα Βικιλεξικό
    • Θεωρήστε στερεή άμαζη ευθύγραμμη λεπτή ράβδο μήκους L η οποία μπορεί να περιστρέφεται περί το ένα της άκρο στο επίπεδο (Γενική Μεταπτυχιακή Εξέταση - ΕΜΠ & ΕΚΕΦΕ-"∆ημόκριτος", Μέρος Ι - Πέμπτη 26/02/09, ΕΜΠ, Σχολή Εφαρμοσμένων Μαθηματικών και Φυσικών Επιστημών https://web.archive.org/web/20240713104452/http://www.physics.ntua.gr/pdf_doc_files/metaptyxiaka/qualifying-Feb-09.pdf)

Ετυμολογία

άμαζος < α- + μαζικός : άμαζος < α- + μάζα

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήάμαζοςάμαζηάμαζο
Γενικήάμαζουάμαζηςάμαζου
Αιτιατικήάμαζοάμαζηάμαζο
Κλητικήάμαζεάμαζηάμαζο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήάμαζοιάμαζεςάμαζα
Γενικήάμαζωνάμαζωνάμαζων
Αιτιατικήάμαζουςάμαζεςάμαζα
Κλητικήάμαζοιάμαζεςάμαζα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →