άμαχος
•
- αυτός που ανήκει στον άμαχο πληθυσμό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
άμαχος < αρχαία ελληνική ἄμαχος < ἀ- στερητικό + μάχομαι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | άμαχη / άμαχος / άμαχο | άμαχες / άμαχοι / άμαχα |
| Γενική | άμαχης / άμαχου / άμαχου | άμαχων / άμαχων / άμαχων |
| Αιτιατική | άμαχη / άμαχο / άμαχο | άμαχες / άμαχους / άμαχα |
| Κλητική | άμαχη / άμαχε / άμαχο | άμαχες / άμαχοι / άμαχα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →