άμβρα
•
- Στέρεη, κηρώδης και εύφλεκτη ουσία, η οποία παράγεται στο έντερο της σπερματοφάλαινας, με χρώμα μαύρο ή γκρι. Χρησιμοποιείται κυρίως στη βιομηχανία αρωμάτων. Βικιλεξικό
- Στην αρωματοποιία, το άμπαρι και η άμβρα, μια ουσία που απομονώνεται από το άμπαρι, χρησιμοποιούνταν κυρίως ως στερεωτικό και όχι ως το κύριο αρωματικό συστατικό.
Ετυμολογία
άμβρα < ελληνιστική κοινή ἄμβαρ• Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | άμβρα | άμβρες |
| Γενική | άμβρας | αμβρών |
| Αιτιατική | άμβρα | άμβρες |
| Κλητική | άμβρα | άμβρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →