άμβωνας
•
- θρησκείαυπερυψωμένο βήμα ιεροκήρυκα ή ιερέα σε ναό, όπου ανεβαίνει ο ιεροκήρυκας για το κήρυγμά του ή ο διάκονος για την ανάγνωση του ευαγγελίου Βικιλεξικό
- Άρχισε ο παπα-Γρηγόρης να διαβάζει το Ευαγγέλιο από τον άμβωνα, με τη βαριά φωνή του που έκανε τα τζαμάκια της εκκλησίας να τριζοβολάνε (Άλκη Ζέη, Ο μεγάλος περίπατος του Πέτρου, 1971)
- Δύο από τις μεγαλύτερες πολιτισμικές αξίες του 20ού αιώνα υπήρξαν ο επαναστάτης με αιτία και ο επαγγελματίας ψυχαγωγός. Όταν ο επαναστάτης είδε την πραγματικότητα να μετατρέπει το όνειρό του σε εφιάλτη, ο επαγγελματίας ψυχαγωγός αναγορεύτηκε ο μόνος αδιαφιλονίκητος σύγχρονος θεός με άμβωνά του την τηλεόραση και λόγο του το δράμα. (ΤΟ ΒΗΜΑ, Reality shows, 2008/11/24/11/2008 *)
Ετυμολογία
άμβωνας < (ελληνιστική κοινή) ἄμβων
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | άμβωνας | άμβωνες |
| Γενική | άμβωνα | αμβώνων |
| Αιτιατική | άμβωνα | άμβωνες |
| Κλητική | άμβωνα | άμβωνες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →