Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

άμεσος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που γίνεται χωρίς τη μεσολάβηση άλλου Βικιλεξικό
    • Ο δήμαρχος και οι δημοτικοί σύμβουλοι, οι σύμβουλοι της δημοτικής ή τοπικής κοινότητας και οι εκπρόσωποι της τοπικής κοινότητας εκλέγονται κάθε πέντε (5) χρόνια με άμεση, καθολική και μυστική ψηφοφορία. (Νόμος 3852/2010, Νέα Αρχιτεκτονική της Αυτοδιοίκησης και της Αποκεντρωμένης Διοίκησης − Πρόγραμμα Καλλικράτης, ΦΕΚ A 87 - 07.06.2010)
  2. για χρονικό διάστημακοντινός, που γίνεται απευθείας Βικιλεξικό

Ετυμολογία

άμεσος < αρχαία ελληνική ἄμεσος, (σημασιολογικό δάνειο) (γαλλικά) immédiat

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήάμεσοςάμεσηάμεσο
Γενικήάμεσουάμεσηςάμεσου
Αιτιατικήάμεσοάμεσηάμεσο
Κλητικήάμεσεάμεσηάμεσο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήάμεσοιάμεσεςάμεσα
Γενικήάμεσωνάμεσωνάμεσων
Αιτιατικήάμεσουςάμεσεςάμεσα
Κλητικήάμεσοιάμεσεςάμεσα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →