Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

άμεστος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με καρπούςπου δεν έχει μεστώσει Βικιλεξικό
  2. σχετικός με πρόσωπαπου δεν έχει ωριμάσει στον σωματικό ή πνευματικό τομέα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

άμεστος < μεσαιωνική ελληνική ἄμεστος < αρχαία ελληνική μεστός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήάμεστοςάμεστηάμεστο
Γενικήάμεστουάμεστηςάμεστου
Αιτιατικήάμεστοάμεστηάμεστο
Κλητικήάμεστεάμεστηάμεστο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήάμεστοιάμεστεςάμεστα
Γενικήάμεστωνάμεστωνάμεστων
Αιτιατικήάμεστουςάμεστεςάμεστα
Κλητικήάμεστοιάμεστεςάμεστα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →