άμμος
•
- γεωλογίαπέτρωμα που έχει τριφτεί σε πολύ μικρούς κόκκους και καλύπτει συνήθως παραλίες, όχθες λιμνών και ποταμών, το βυθό της θάλασσας καθώς και ερήμους Βικιλεξικό
- έδιναν χονδρικά το επιθυμητό σχήμα, στη συνέχεια λάξευαν, «έσκαβαν», το εσωτερικό χρησιμοποιώντας στις παλαιότερες εποχές απλό ξύλινο τρυπάνι - το λεγόμενο γαλλικό τρυπάνι - και αργότερα το πιο εξελιγμένο τοξοτρύπανο ή δοξάρι, μαζί μ' ένα τραχύ υλικό που αυτό ουσιαστικά έκοβε την πέτρα και ήταν άμμος ή συνήθως σμύρις. (Ντόρα Βασιλικού, Ο μυκηναϊκός πολιτισμός, Βιβλιοθήκη της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας, 1995, σελ. 40)
- Την ενοχλούσαν όλα. Οι μύγες που πετούσαν, τα μυρμήγκια που περπατούσαν και η άμμος που έμπαινε από τις χαραμάδες όταν φυσούσε το χαμσίνι, ο δυνατός άνεμος της ερήμου. (Ευγενία Φακίνου, Έρως, Θέρως, Πόλεμος, εκδ. Καστανιώτη, 2003)
- Τα παιδάκια έπαιζαν με τα κουβαδάκια τους στην παραλία φτιάχνοντας πύργους με άμμο.
- Είναι κακό στην άμμο να χτίζεις παλάτια.
- Η άμμος χρησιμοποιείται και ως οικοδομικό υλικό.
- αμμώδες έδαφος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
άμμος < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἄμμος < αρχαία ελληνική ἄμμος (ή ἄμαθος, συνώνυμα: ψάμμος και ψάμαθος)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | άμμος | άμμοι |
| Γενική | άμμου | άμμων |
| Αιτιατική | άμμο | άμμους |
| Κλητική | άμμε / άμμο | άμμοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →