Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

άμουσος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν έχει μουσική καλλιέργεια και παιδεία ή δεν αγαπάει τη μουσική Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασηπου δεν έχει γενικότερη καλλιέργεια ή παιδεία Βικιλεξικό
  3. που δεν είναι σύμφωνος με τους κανόνες της μουσικής ή δεν έχει μουσικότητα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

άμουσος < αρχαία ελληνική ἄμουσος < μοῦσα

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήάμουσοςάμουσηάμουσο
Γενικήάμουσουάμουσηςάμουσου
Αιτιατικήάμουσοάμουσηάμουσο
Κλητικήάμουσεάμουσηάμουσο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήάμουσοιάμουσεςάμουσα
Γενικήάμουσωνάμουσωνάμουσων
Αιτιατικήάμουσουςάμουσεςάμουσα
Κλητικήάμουσοιάμουσεςάμουσα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →