Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αμπάρι

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. ναυτικός όροςεσωτερικός χώρος πλοίου που χρησιμεύει για την εναπόθεση συσκευασμένων ή χύμα εμπορευμάτων, εκτός υγρών. Βικιλεξικό
    • Τα αντίστοιχα αμπάρια των δεξαμενόπλοιων καλούνται δεξαμενές.
  2. κατ’ επέκτασηαποθήκη (σιτηρών) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αμπάρι < (άμεσο δάνειο) τουρκική ambar + -ι < οθωμανική τουρκική انبار < περσική انبار (ambār: μαγαζί, (σιτ)αποθήκη, δεξαμενή) < μέση περσική hmbʾl (hambār: μαγαζί, αποθήκη) < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *sem- (μαζί) + *bʰer- (μεταφέρω)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαμπάριαμπάρια
Γενικήαμπαριούαμπαριών
Αιτιατικήαμπάριαμπάρια
Κλητικήαμπάριαμπάρια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

άμπαρι

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. κηρώδης ουσία με έντονη οσμή που βρίσκεται στο έντερο ορισμένων φαλαινών φυσητήρα, ιδιαίτερα ακριβή πρώτη ύλη για τη βιομηχανία αρωμάτων Βικιλεξικό
    • Το άμπαρι είναι μια κηρώδης ουσία που συσσωρεύεται στο έντερο της φάλαινας φυσητήρα (Αμοιβή έως 60.000 ευρώ για λίγο εμετό φάλαινας, in.gr, 14 Απριλίου 2016, https://www.in.gr/2016/04/14/b-science/amoibi-ews-60-000-eyrw-gia-ligo-emeto-falainas/)
    • Ο Ρήγας Βελεστινλής πλάθει τη λέξη «άμπαρη» για τον γαλλικό όρο «ambre-gris». Ως «λευκόφαιον ήλεκτρον» και «άμβρα» μνημονεύεται από τον Άνθιμο Γαζή, ... ενώ και ως «άμβρα», «άμπαρι» αναφέρεται το «ήλεκτρον στακτερόν και μελανόν» από τον Νικόλαο Παπαδόπουλο.. (Μνήμη Λέανδρου Βρανούση: πρακτικά επιστημονικού συμποσίου Αθήνα, 10-11 Μαΐου 1995, Ὅμιλος μελέτης τοῦ ἑλληνικοῦ Διαφωτισμοῦ, 1997, σελ. 121)

Ετυμολογία

άμπαρι < άμπαρη < γαλλική ambre-gris, μαρτυρείται από το 1790 στο έργο Φυσικής απάνθισμα του Ρήγα Βελεστινλή

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →