αμπάρι
•
- ναυτικός όροςεσωτερικός χώρος πλοίου που χρησιμεύει για την εναπόθεση συσκευασμένων ή χύμα εμπορευμάτων, εκτός υγρών. Βικιλεξικό
- Τα αντίστοιχα αμπάρια των δεξαμενόπλοιων καλούνται δεξαμενές.
- κατ’ επέκτασηαποθήκη (σιτηρών) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αμπάρι < (άμεσο δάνειο) τουρκική ambar + -ι < οθωμανική τουρκική انبار < περσική انبار (ambār: μαγαζί, (σιτ)αποθήκη, δεξαμενή) < μέση περσική hmbʾl (hambār: μαγαζί, αποθήκη) < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *sem- (μαζί) + *bʰer- (μεταφέρω)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αμπάρι | αμπάρια |
| Γενική | αμπαριού | αμπαριών |
| Αιτιατική | αμπάρι | αμπάρια |
| Κλητική | αμπάρι | αμπάρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →