άμπιεντ
•
- μουσικήμουσικό ιδίωμα ηλεκτρονικής κυρίως φύσεως, που χαρακτηρίζεται από ατμοσφαιρικούς ήχους και επαναληπτικές δομές, με σκοπό τη δημιουργία συναισθήματος γαλήνης ή στοχασμού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
άμπιεντ < αγγλική ambient < λατινική ambiens < ambio < ambi- + eo
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →