άμπρα κατάμπρα
•
- παρωχημένοκαβαλιστικό επιφώνημα, για το οποίο υπήρχε η δοξασία ότι με την επίκλησή του απέρρεαν μαγικές και θεραπευτικές ιδιότητες και δυνάμεις Βικιλεξικό
- επιφώνημα που το εκφωνεί τελετουργικά κάποιος που προσπαθεί να εκτελέσει «μαγικά» ή ταχυδακτυλουργικά κόλπα και τεχνάσματα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
άμπρα κατάμπρα < ιταλική abracadabra < υστερολατινική abracadabra < ελληνιστική κοινή Ἀβράξας + εβραϊκή דבר (davár/dābār, λόγος)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →