άμπωτη
•
- η πτώση της στάθμης της θάλασσας λόγω παλιρροϊκών φαινομένων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
άμπωτη < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἄμπωτις < ἀνάπωτις < ἀναπίνομαι < ἀνά + πίνω (ἄμπωτις θάλασσα: η θάλασσα που πίνει/ρουφάει το νερό)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | άμπωτη | άμπωτες |
| Γενική | άμπωτης | άμπωτων |
| Αιτιατική | άμπωτη | άμπωτες |
| Κλητική | άμπωτη | άμπωτες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →