Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

άνανδρος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που είναι δειλός, θρασύδειλος (που δεν ταιριάζει στον χαρακτήρα ενός άντρα) Βικιλεξικό
  2. που αναφέρεται, χαρακτηρίζει άναντρο Βικιλεξικό
    • άνανδρη συμπεριφορά

Ετυμολογία

άνανδρος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἄνανδρος. Συγχρονικά αναλύεται σε άν- στερητικό + -ανδρος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήάνανδροςάνανδρηάνανδρο
Γενικήάνανδρουάνανδρηςάνανδρου
Αιτιατικήάνανδροάνανδρηάνανδρο
Κλητικήάνανδρεάνανδρηάνανδρο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήάνανδροιάνανδρεςάνανδρα
Γενικήάνανδρωνάνανδρωνάνανδρων
Αιτιατικήάνανδρουςάνανδρεςάνανδρα
Κλητικήάνανδροιάνανδρεςάνανδρα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →