άναυλα
•
- απότομα, με το ζόρι, άρον-άρον, με αγωνία, με βία, με πολύ άγχος (συνήθως για κάποιον που μετακινείται από ή προς κάπου χωρίς να πληρώσει ναύλο για ευνόητους λόγους) Βικιλεξικό
- Τον έδιωξε κακήν-κακώς από το σπίτι, άναυλα
- Τον κουβαλήσανε στο δικαστήριο άναυλα
- Αρρώστησε η μάνα μου και γυρίσαμε άναυλα στην Αθήνα
- 'Αναυλα εφύγαν τα πουλιά...
Ετυμολογία
άναυλα < άναυλος
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →