άνεση
•
- ο μεγάλη έκταση σε χώρους ή σε χρόνο, η ελευθερία στην κίνηση στο χώρο ή στο χρονικό όριο, η έλλειψη περιορισμών Βικιλεξικό
- Στο τεσσάρι θα έχουμε μεγάλη άνεση ενώ αυτό το τριάρι...
- Θα έρθω το απόγευμα, που έχω άνεση χρόνου
- η αίσθηση της χαλάρωσης που προκύπτει από την έλλειψη περιορισμών παρ΄ότι αυτοί μπορεί αντικειμενικά να υπάρχουν Βικιλεξικό
- Ηρθε κουνάμενος-σινάμενος με την άνεσή του (σιγά-σιγά, χαλαρά, χωρίς να βιάζεται)
- Κάν' το με την άνεσή σου, δεν μας πιέζει κανείς
- Μίλα του με άνεση, είναι δικός μας άνθρωπος (δεν χρειάζονται τυπικότητες)
- η ευκολία, η ευχέρεια Βικιλεξικό
- με την άνεση που κάποιος περνάει από τη μια μάρκα απορρυπαντικού στην άλλη (επιμέλεια Αγγελική Σπυροπούλου, Θεοδώρα Τσιμπούκη, Σύγχρονη ελληνική πεζογραφία. Διεθνείς προσανατολισμοί και διασταυρώσεις, Αθήνα: Αλεξάνδρεια, 2002)
- Προκρίθηκε με άνεση
- Εχει οικονομική άνεση
- αυτό που παρέχει χαλάρωση Βικιλεξικό
- Η θερμική άνεση είναι ένα υποκειμενικό συναίσθημα το οποίο εξαρτάται ή επηρεάζεται από διάφορες παραμέτρους και το οποίο χαρακτηρίζεται από τη δημιουργία συνθηκών στις οποίες ευρισκόμενο ένα άτομο δεν επιθυμεί καμία θερμική αλλαγή στο περιβάλλον του (Κώστας Στεφ. Τσίπηρας, Οικολογική αρχιτεκτονική: βιοκλιματική αρχιτεκτονική, οικολογική δόμηση, γεωβιολογία, εσωτέρα αρχιτεκτονική, Κέδρος, 2005)
- είναι σπίτι με πολλές ανέσεις
Ετυμολογία
άνεση < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἄνεσις.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | άνεση | ανέσεις |
| Γενική | άνεσης | ανέσεων |
| Αιτιατική | άνεση | ανέσεις |
| Κλητική | άνεση | ανέσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →