Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

άνεση

/ˈa.ne.si/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. ο μεγάλη έκταση σε χώρους ή σε χρόνο, η ελευθερία στην κίνηση στο χώρο ή στο χρονικό όριο, η έλλειψη περιορισμών Βικιλεξικό
    • Στο τεσσάρι θα έχουμε μεγάλη άνεση ενώ αυτό το τριάρι...
    • Θα έρθω το απόγευμα, που έχω άνεση χρόνου
  2. η αίσθηση της χαλάρωσης που προκύπτει από την έλλειψη περιορισμών παρ΄ότι αυτοί μπορεί αντικειμενικά να υπάρχουν Βικιλεξικό
    • Ηρθε κουνάμενος-σινάμενος με την άνεσή του (σιγά-σιγά, χαλαρά, χωρίς να βιάζεται)
    • Κάν' το με την άνεσή σου, δεν μας πιέζει κανείς
    • Μίλα του με άνεση, είναι δικός μας άνθρωπος (δεν χρειάζονται τυπικότητες)
  3. η ευκολία, η ευχέρεια Βικιλεξικό
    • με την άνεση που κάποιος περνάει από τη μια μάρκα απορρυπαντικού στην άλλη (επιμέλεια Αγγελική Σπυροπούλου, Θεοδώρα Τσιμπούκη, Σύγχρονη ελληνική πεζογραφία. Διεθνείς προσανατολισμοί και διασταυρώσεις, Αθήνα: Αλεξάνδρεια, 2002)
    • Προκρίθηκε με άνεση
    • Εχει οικονομική άνεση
  4. αυτό που παρέχει χαλάρωση Βικιλεξικό
    • Η θερμική άνεση είναι ένα υποκειμενικό συναίσθημα το οποίο εξαρτάται ή επηρεάζεται από διάφορες παραμέτρους και το οποίο χαρακτηρίζεται από τη δημιουργία συνθηκών στις οποίες ευρισκόμενο ένα άτομο δεν επιθυμεί καμία θερμική αλλαγή στο περιβάλλον του (Κώστας Στεφ. Τσίπηρας, Οικολογική αρχιτεκτονική: βιοκλιματική αρχιτεκτονική, οικολογική δόμηση, γεωβιολογία, εσωτέρα αρχιτεκτονική, Κέδρος, 2005)
    • είναι σπίτι με πολλές ανέσεις

Ετυμολογία

άνεση < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἄνεσις.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήάνεσηανέσεις
Γενικήάνεσηςανέσεων
Αιτιατικήάνεσηανέσεις
Κλητικήάνεσηανέσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →