Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

άνηβος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν έχει φτάσει ακόμα στην εφηβική ηλικία Βικιλεξικό
    • μα η αδυναμία του ήταν οι αραπίνες - τα μικρά άγουρα κορίτσια με το αγορίσιο άνηβο κορμί (Γ. Καραγάτσης, «Το αφεντικό»)

Ετυμολογία

άνηβος < αρχαία ελληνική ἄνηβος < ἀ- + ἥβη

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήάνηβοςάνηβηάνηβο
Γενικήάνηβουάνηβηςάνηβου
Αιτιατικήάνηβοάνηβηάνηβο
Κλητικήάνηβεάνηβηάνηβο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήάνηβοιάνηβεςάνηβα
Γενικήάνηβωνάνηβωνάνηβων
Αιτιατικήάνηβουςάνηβεςάνηβα
Κλητικήάνηβοιάνηβεςάνηβα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →